ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΕ

Jun 23 2014

Έξυπνο μυαλό!

Author: aapaidiki

Ο Κώστας πήγε στην Αθήνα και μια μέρα έκανε βόλ­τα στην πόλη με ένα ταξί. Ο ταξιτζής, που ήταν εύθυμος τύπος, τον έβαλε να απαντήσει στα παρακάτω αινίγματα: Ποιος έχει την ίδια μητέρα και τον ίδιο πατέρα με μένα, αλλά δεν είναι ούτε αδελφός μου ούτε αδελφή μου; - Δεν ξέρω, παραδέχτηκε ο Κώστας.

Read more


Jun 23 2014

Τι ήθελε να πει;

Author: aapaidiki

Ένας κύριος κάθισε αγκομαχώντας στη χειρουργική καρέκλα της όμορφης οδοντιάτρου. - Πόσο θα μoυ πάρετε, παρακαλώ, για μια εξαγωγή δοντι¬ού: ρωτάει. - Πέντε χιλιάδες, του απαντάει με ένα γλυκό χαμόγελο η χαριτωμένη οδοντίατρος.

Read more


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΛΜΗΡΟΥΣ

Oct 14 2012

Τα μήλα και τα αχλάδια της ....γιαγιάς

Author: aapaidiki

Η γιαγιά μοιράζει θρεπτικά φρούτα στα ...εγγόνια της. Έδωσε τον ίδιο αριθμό φρούτων στο κάθε εγγόνι, χωρίς να δώσει σημασία τι είδους φρούτα πήρε. Ο Γιωργάκης πήρε το 1/8 των μήλων και το 1/10 των αχλαδιών. Πόσα εγγόνια έχει η γιαγιά; Ποιος είναι ο μικρότερος αριθμός φρούτων που μοίρασε συνολικά η γιαγιά;

Read more


Oct 14 2012

Ψάχνουμε ένα τριψήφιο αριθμό......

Author: aapaidiki

Ο οποίος...... 1. Είναι πολλαπλάσιο του 3 και του 5. 2. Το ψηφίο των μονάδων του είναι κατά δύο μεγαλύτερο από το ψηφίο των εκατοντάδων. 3. Το ψηφίο των δεκάδων θα το βρούμε αν προσθέσουμε τα δύο άλλα ψηφία και διαιρέσουμε το άθροισμα δια δύο. 4. Αν στον αριθμό μας προσθέσουμε 198 θα βρούμε τριψήφιο που έχει τα ίδια ψηφία με το ζητούμενο αριθμό αλλά με αντίστροφη σειρά.

Read more




Αγαπημένο μου μολύβι


13.10.2013
Και σήμερα, δυο χιλιάδες χρόνια μετά από το βάπτισμα του πυρός μου ως πρωτάκι, ακούω τα πλήκτρα του υπολογιστή να κροταλίζουν και νοσταλγώ, αγαπημένο μου μολύβι, τον σιγανό τρόπο που χάραζες το τετράδιό μου και την αθόρυβή σου ροή επάνω στις γραμμές. Νοσταλγώ, επίσης, τη μύτη σου που, μην θυμώσεις σε παρακαλώ, έσπαζε συνεχώς, προκαλώντας τεράστια προβλήματα στην καλλιγραφία…





Αγαπημένο μου μολύβι

Αγαπημένο μου μολύβι,

Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

Θα παραξενευτείς, βέβαια, αλλά δεν σου γράφω με μολύβι, σου γράφω με υπολογιστή. Ξέρω, ξέρω, σε τρώνε οι απορίες τι στην ευχή είναι ο υπολογιστής, αλλά μην το πάρεις κατάκαρδα, όπως δεν το πήρα κι εγώ την πρώτη φορά που τον αντίκρισα και κόντεψα να γίνω βίδες.
Λοιπόν, αγαπημένο μου μολύβι, ήσουν, είσαι και θα παραμείνεις ο αθεράπευτος, έρωτάς μου. Σε σκέφτομαι διαρκώς και εάν μπορούσα, πίστεψέ με, θα γύριζα πίσω το χρόνο και θα σε έκρυβα, όπως και τότε, στην αγκαλιά μου, συγγνώμη, στην τσάντα μου ήθελα να γράψω. Εντάξει, τότε, δηλαδή στην πρώτη μας επαφή, συνέβη κάτι που μου άφησε βαθιά πληγή, όμως πιστεύω ότι, αργά ή γρήγορα, σίγουρα σε διακόσια χρόνια από σήμερα, θα την επουλώσω. Φόρεσα, που λες, τη μαθητική στολή, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και ένιωσα ψηλός σαν ουρανοξύστης, παρόλο που ήμουν, και είμαι, Κοντορεβιθούλης, φίλησα τη μαμά στο πρόσωπο, φίλησα και τον μπαμπά στο πρόσωπο και, ξαφνικά, ετοιμάσου να μάθεις για την πληγή, η φωνή του, άγρια σαν του θηρίου, με κοκάλωσε.

-Πρόσεξε, να μην σπάσεις τη μύτη.
-Και γιατί να σπάσω τη μύτη μου, μπαμπά, ρώτησα με την αθωότητα των έξι ετών που βάραιναν την πλάτη μου. Αργότερα, ανακάλυψα ότι δεν ήταν η αθωότητα που βάραινε την πλάτη μου, ήταν η σχολική τσάντα.
-Δεν εννοώ τη δική σου μύτη, χαζοπούλι, εννοώ τη μύτη του μολυβιού.

Η απάντηση του μπαμπά με διαπέρασε σαν σφαίρα, προκαλώντας, αγαπημένο μου μολύβι, την πληγή για την οποία σου αναφέρω πιο πάνω.
Πιο κάτω!, όμως, θα σου αναφέρω ότι, για τρεις ολόκληρους μήνες, μέχρι να πέσει ο Άγιος, ο γνωστός Άγιος, ο πασίγνωστος Άγιος, ο Βασίλης, από την καμινάδα, πρόσεχα τη μύτη σου σαν τα μάτια μου. Φυσικά, από κάποιο σημείο και μετά μίκραινες, κι όλο μίκραινες, κι όλο μίκραινες, ένας Κοντορεβιθούλης κι εσύ, αλλά ξύλινος, μα ούτε αυτό μείωσε την ένταση του έρωτά μου για εσένα.
Και σήμερα, δυο χιλιάδες χρόνια μετά από το βάπτισμα του πυρός μου ως πρωτάκι, ακούω τα πλήκτρα του υπολογιστή να κροταλίζουν και νοσταλγώ, αγαπημένο μου μολύβι, τον σιγανό τρόπο που χάραζες το τετράδιό μου και την αθόρυβή σου ροή επάνω στις γραμμές. Νοσταλγώ, επίσης, τη μύτη σου που, μην θυμώσεις σε παρακαλώ, έσπαζε συνεχώς, προκαλώντας τεράστια προβλήματα στην καλλιγραφία μου, αφού, συχνά, οι λέξεις εμφανίζονταν καμπουριασμένες, όπως τις γριούλες του χωριού όταν περπατούσαν στους δρόμους.

Αγαπημένο μου μολύβι, σε χαιρετώ με συγκίνηση και σου δίνω μία συμβουλή, έτσι σοφός και άμυαλος που έγινα: Μακριά τα ρούχα σου από τις ξύστρες!